- γνάφος
- γνάφος και κνάφος, ο (Α) [κνάπτω]1. το αγκαθωτό φυτό δίψακος ο γναφευτικός2. χτένι τών μαλλιών, χτένι χρήσιμο για κατεργασία ερίων3. βασανιστήριο όργανο σε σχήμα χτενιού.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
πρωτόγναφος — ον, Α (για δέρματα) αυτός που πρόσφατα υπέστη κατεργασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + γναφος (< γνάπτω «κατεργάζομαι δέρματα» κατ επίδραση του κνάφος), πρβλ. ά γναφος, επί γναφος] … Dictionary of Greek
ψιλάγναφος — ὁ, Α πιθ. καθαριστής ταπήτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλαί (περσικαί) «περσικοί τάπητες» + γναφος (< γνάπτω «κατεργάζομαι δέρματα», κατ επίδραση τού κνάφος), πρβλ. πρωτό γναφος] … Dictionary of Greek
κνάφος — κνάφος, ὁ (Α) βλ. γνάφος … Dictionary of Greek